惹ひく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραβάω (π.χ. την προσοχή, τη συμπάθεια κ.λπ.), προσελκύω (π.χ. το ενδιαφέρον)

Παραδείγματα

  • その絵えは私わたしの目めを惹ひきました。

    Αυτός ο πίνακας μου τράβηξε την προσοχή.

  • その物語ものがたりは、読者どくしゃの興味きょうみを惹ひきました。

    Αυτή η ιστορία τράβηξε το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

  • その神秘的しんぴてきな魅力みりょくに、彼かれは否応いやおうなく惹ひかれていきました。

    Τον τράβηξε ανεξέλεγκτα η μυστηριώδης γοητεία του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
惹く
Παρόν (ευγενικό)
惹きます
Άρνηση (απλή)
惹かない
Άρνηση (ευγενική)
惹きません
Παρελθόν (απλό)
惹いた
Παρελθόν (ευγενικό)
惹きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惹かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惹きませんでした
Τε-μορφή
惹いて
Δυνητική
惹ける
Προστακτική
惹け
Βουλητική
惹こう
Υποθετική (ば)
惹けば