えつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαρά, ευχαρίστηση, τέρψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
愉悦する
Παρόν (ευγενικό)
愉悦します
Άρνηση (απλή)
愉悦しない
Άρνηση (ευγενική)
愉悦しません
Παρελθόν (απλό)
愉悦した
Παρελθόν (ευγενικό)
愉悦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愉悦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愉悦しませんでした
Τε-μορφή
愉悦して
Δυνητική
愉悦できる
Προστακτική
愉悦しろ
Βουλητική
愉悦しよう
Υποθετική (ば)
愉悦すれば