かいする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίνω σημασία, νοιάζομαι, ανησυχώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
意に介する
Παρόν (ευγενικό)
意に介します
Άρνηση (απλή)
意に介しない
Άρνηση (ευγενική)
意に介しません
Παρελθόν (απλό)
意に介した
Παρελθόν (ευγενικό)
意に介しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意に介しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意に介しませんでした
Τε-μορφή
意に介して
Δυνητική
意に介できる
Προστακτική
意に介しろ
Βουλητική
意に介しよう
Υποθετική (ば)
意に介すれば