άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιλαμβάνομαι (π.χ. το νόημα κάποιου πράγματος), κατανοώ
  2. 02 εξελίσσομαι όπως το φαντάστηκα, βγαίνω όπως το σκέφτηκα

Κλίση

Παρόν (απλό)
意を得る
Παρόν (ευγενικό)
意を得ます
Άρνηση (απλή)
意を得ない
Άρνηση (ευγενική)
意を得ません
Παρελθόν (απλό)
意を得た
Παρελθόν (ευγενικό)
意を得ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意を得なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意を得ませんでした
Τε-μορφή
意を得て
Δυνητική
意を得られる
Προστακτική
意を得ろ
Βουλητική
意を得よう
Υποθετική (ば)
意を得れば