意いを決けっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφασίζω, παίρνω την απόφασή μου, ετοιμάζομαι (ψυχικά)

Παραδείγματα

  • 私は意いを決けっしました。

    Αποφάσισα.

  • 色々いろいろ考かんがえた結果けっか、挑戦ちょうせんする意いを決けっしました。

    Μετά από πολλή σκέψη, πήρα την απόφαση να το δοκιμάσω.

  • 彼女かのじょは困難こんなんな選択せんたくに直面ちょくめんしながらも、どんな結果けっかになろうとも前まえへ進すすむ意いを決けっした。

    Αντιμετωπίζοντας μια δύσκολη επιλογή, τελικά πήρε την απόφαση να προχωρήσει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
意を決する
Παρόν (ευγενικό)
意を決します
Άρνηση (απλή)
意を決しない
Άρνηση (ευγενική)
意を決しません
Παρελθόν (απλό)
意を決した
Παρελθόν (ευγενικό)
意を決しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意を決しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意を決しませんでした
Τε-μορφή
意を決して
Δυνητική
意を決できる
Προστακτική
意を決しろ
Βουλητική
意を決しよう
Υποθετική (ば)
意を決すれば