むかえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ικανοποιώ την επιθυμία κάποιου, προσαρμόζομαι στις ανάγκες άλλου, είμαι ευχάριστος

Κλίση

Παρόν (απλό)
意を迎える
Παρόν (ευγενικό)
意を迎えます
Άρνηση (απλή)
意を迎えない
Άρνηση (ευγενική)
意を迎えません
Παρελθόν (απλό)
意を迎えた
Παρελθόν (ευγενικό)
意を迎えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意を迎えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意を迎えませんでした
Τε-μορφή
意を迎えて
Δυνητική
意を迎えられる
Προστακτική
意を迎えろ
Βουλητική
意を迎えよう
Υποθετική (ば)
意を迎えれば