άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπάσχω με τα αισθήματα κάποιου, αντιλαμβάνομαι διαισθητικά τι νιώθει κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
意を酌む
Παρόν (ευγενικό)
意を酌みます
Άρνηση (απλή)
意を酌まない
Άρνηση (ευγενική)
意を酌みません
Παρελθόν (απλό)
意を酌んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
意を酌みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意を酌まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意を酌みませんでした
Τε-μορφή
意を酌んで
Δυνητική
意を酌める
Προστακτική
意を酌め
Βουλητική
意を酌もう
Υποθετική (ば)
意を酌めば