がある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω νόημα, είμαι ουσιαστικός

Παραδείγματα

  • これも意味いみがあります

    Κι αυτό έχει νόημα.

  • この仕事しごとわたしにとって意味いみがあります

    Αυτή η δουλειά είναι σημαντική για μένα.

  • たとえちいさなことでも、だれかのやくてることにおおきな意味いみがあるわたしおもいます。

    Ακόμα κι αν είναι κάτι μικρό, πιστεύω ότι έχει μεγάλο νόημα να μπορείς να βοηθάς κάποιον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
意味がある
Παρόν (ευγενικό)
意味があります
Άρνηση (απλή)
意味がない
Άρνηση (ευγενική)
意味がありません
Παρελθόν (απλό)
意味があった
Παρελθόν (ευγενικό)
意味がありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意味がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意味がありませんでした
Τε-μορφή
意味があって
Δυνητική
意味があれる
Προστακτική
意味があれ
Βουλητική
意味があろう
Υποθετική (ば)
意味があれば