ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πείσμα, ξεροκεφαλιά, θέληση, φιλοτιμία
  2. 02 διάθεση, χαρακτήρας, ιδιοσυγκρασία
  3. 03 όρεξη, επιθυμία, απληστία

Παραδείγματα

  • 子供こども意地いじる。

    Το παιδί πεισμώνει.

  • 意地いじわるひときらいです。

    Δεν μου αρέσουν οι κακεντρεχείς άνθρωποι.

  • どんなにむずかしい課題かだいでも、かれ最後さいごまで意地いじせてあきらめなかった。

    Όσο δύσκολη κι αν ήταν η πρόκληση, έδειξε πείσμα/αποφασιστικότητα μέχρι το τέλος και δεν τα παράτησε.