意気地いくじのない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άτολμος, δειλός, φοβιτσιάρης, διστακτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
意気地のない
Παρόν (ευγενικό)
意気地のないです
Άρνηση (απλή)
意気地のなくない
Άρνηση (ευγενική)
意気地のなくないです
Παρελθόν (απλό)
意気地のなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
意気地のなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意気地のなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意気地のなくなかったです
Τε-μορφή
意気地のなくて
Υποθετική (ば)
意気地のなければ