しき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνειδητοποίηση
  2. 02 κοινωνική συνειδητοποίηση, ανάπτυξη κριτικής συνείδησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
意識化する
Παρόν (ευγενικό)
意識化します
Άρνηση (απλή)
意識化しない
Άρνηση (ευγενική)
意識化しません
Παρελθόν (απλό)
意識化した
Παρελθόν (ευγενικό)
意識化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
意識化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
意識化しませんでした
Τε-μορφή
意識化して
Δυνητική
意識化できる
Προστακτική
意識化しろ
Βουλητική
意識化しよう
Υποθετική (ば)
意識化すれば