がくぜん

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έκπληκτος, σοκαρισμένος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος

Παραδείγματα

  • その事実じじつ愕然がくぜんとしました。

    Σοκαρίστηκα με αυτό το γεγονός.

  • かれ突然とつぜん発言はつげんに、わたし愕然がくぜんとしました。

    Έμεινα άφωνος με την ξαφνική του δήλωση.

  • 長年ながねん信頼しんらいしていた友人ゆうじん裏切うらぎりをり、わたし愕然がくぜんとせざるをえませんでした。

    Όταν έμαθα για την προδοσία του φίλου που εμπιστευόμουν τόσα χρόνια, έμεινα αποσβολωμένος.