つく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χασομερώ, χάνω τον χρόνο μου χωρίς συγκεκριμένο λόγο
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γκρινιάζω, δυσαρεστιέμαι, παραπονιέμαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα βρέχει διακοπτόμενα, ο καιρός παρουσιάζει αστάθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
愚図つく
Παρόν (ευγενικό)
愚図つきます
Άρνηση (απλή)
愚図つかない
Άρνηση (ευγενική)
愚図つきません
Παρελθόν (απλό)
愚図ついた
Παρελθόν (ευγενικό)
愚図つきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愚図つかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愚図つきませんでした
Τε-μορφή
愚図ついて
Δυνητική
愚図つける
Προστακτική
愚図つけ
Βουλητική
愚図つこう
Υποθετική (ば)
愚図つけば