επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία αργά, νωχελικά, χρονοτριβώντας, διστακτικά
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία παραπονιάρικα, γκρινιάρικα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία ασταθής (π.χ. για τον καιρό)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία χαλαρός, λασκαρισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
愚図愚図する
Παρόν (ευγενικό)
愚図愚図します
Άρνηση (απλή)
愚図愚図しない
Άρνηση (ευγενική)
愚図愚図しません
Παρελθόν (απλό)
愚図愚図した
Παρελθόν (ευγενικό)
愚図愚図しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愚図愚図しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愚図愚図しませんでした
Τε-μορφή
愚図愚図して
Δυνητική
愚図愚図できる
Προστακτική
愚図愚図しろ
Βουλητική
愚図愚図しよう
Υποθετική (ば)
愚図愚図すれば