あい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγαπιέμαι, τρέφω στοργή ο ένας για τον άλλον
  2. 02 συνευρίσκομαι ερωτικά, κάνω έρωτα

Παραδείγματα

  • わたしたちはあい

    Αγαπιόμαστε.

  • 夫婦ふうふはいつまでもあいべきだ。

    Ένα ζευγάρι πρέπει να αγαπιέται για πάντα.

  • 長年連ながねんつった二人ふたりは、もはや言葉ことばわさなくてもふかあいっているのがかった。

    Κατάλαβα ότι οι δύο που ήταν μαζί για πολλά χρόνια αγαπιούνταν βαθιά, ακόμα κι αν δεν αντάλλασσαν πλέον λόγια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
愛し合う
Παρόν (ευγενικό)
愛し合います
Άρνηση (απλή)
愛し合わない
Άρνηση (ευγενική)
愛し合いません
Παρελθόν (απλό)
愛し合った
Παρελθόν (ευγενικό)
愛し合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愛し合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愛し合いませんでした
Τε-μορφή
愛し合って
Δυνητική
愛し合える
Προστακτική
愛し合え
Βουλητική
愛し合おう
Υποθετική (ば)
愛し合えば