あいじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοηθώ κάποιον από οίκτο

Κλίση

Παρόν (απλό)
愛恤する
Παρόν (ευγενικό)
愛恤します
Άρνηση (απλή)
愛恤しない
Άρνηση (ευγενική)
愛恤しません
Παρελθόν (απλό)
愛恤した
Παρελθόν (ευγενικό)
愛恤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愛恤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愛恤しませんでした
Τε-μορφή
愛恤して
Δυνητική
愛恤できる
Προστακτική
愛恤しろ
Βουλητική
愛恤しよう
Υποθετική (ば)
愛恤すれば