あいよく

άλλο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευχάριστα, εγκάρδια, φιλικά, κοινωνικά, φιλόξενα

Κλίση

Παρόν (απλό)
愛想よくする
Παρόν (ευγενικό)
愛想よくします
Άρνηση (απλή)
愛想よくしない
Άρνηση (ευγενική)
愛想よくしません
Παρελθόν (απλό)
愛想よくした
Παρελθόν (ευγενικό)
愛想よくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愛想よくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愛想よくしませんでした
Τε-μορφή
愛想よくして
Δυνητική
愛想よくできる
Προστακτική
愛想よくしろ
Βουλητική
愛想よくしよう
Υποθετική (ば)
愛想よくすれば