あいかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απογοητεύομαι πλήρως, χάνω την υπομονή μου, σταματώ να τρέφω αισθήματα για κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
愛想を尽かす
Παρόν (ευγενικό)
愛想を尽かします
Άρνηση (απλή)
愛想を尽かさない
Άρνηση (ευγενική)
愛想を尽かしません
Παρελθόν (απλό)
愛想を尽かした
Παρελθόν (ευγενικό)
愛想を尽かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愛想を尽かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愛想を尽かしませんでした
Τε-μορφή
愛想を尽かして
Δυνητική
愛想を尽かせる
Προστακτική
愛想を尽かせ
Βουλητική
愛想を尽かそう
Υποθετική (ば)
愛想を尽かせば