愛楽あいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναζητώ με ζήλο (βουδιστικές διδασκαλίες κ.λπ.), επιθυμώ, ποθώ
  2. 02 αρχαϊκό αγαπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
愛楽する
Παρόν (ευγενικό)
愛楽します
Άρνηση (απλή)
愛楽しない
Άρνηση (ευγενική)
愛楽しません
Παρελθόν (απλό)
愛楽した
Παρελθόν (ευγενικό)
愛楽しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
愛楽しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
愛楽しませんでした
Τε-μορφή
愛楽して
Δυνητική
愛楽できる
Προστακτική
愛楽しろ
Βουλητική
愛楽しよう
Υποθετική (ば)
愛楽すれば