かんじやすい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευαίσθητος, επιρρεπής, εύπλαστος

Κλίση

Παρόν (απλό)
感じやすい
Παρόν (ευγενικό)
感じやすいです
Άρνηση (απλή)
感じやすくない
Άρνηση (ευγενική)
感じやすくないです
Παρελθόν (απλό)
感じやすかった
Παρελθόν (ευγενικό)
感じやすかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
感じやすくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
感じやすくなかったです
Τε-μορφή
感じやすくて
Υποθετική (ば)
感じやすければ