かんずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αισθάνομαι, νιώθω, βιώνω
  2. 02 συγκινούμαι (από), αγγίζομαι (από), εντυπωσιάζομαι (από), ανταποκρίνομαι (σε)
  3. 03 παρωχημένο μολύνομαι με (ασθένεια), κολλάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
感ずる
Παρόν (ευγενικό)
感ずます
Άρνηση (απλή)
感ずない
Άρνηση (ευγενική)
感ずません
Παρελθόν (απλό)
感ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
感ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
感ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
感ずませんでした
Τε-μορφή
感ずて
Δυνητική
感ずられる
Προστακτική
感ずろ
Βουλητική
感ずよう
Υποθετική (ば)
感ずれば