態々
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίτηδες, ειδικά, μπαίνω στον κόπο (να κάνω κάτι), αναλαμβάνω τον κόπο (να κάνω κάτι), κάνω τον κόπο (να κάνω κάτι)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εσκεμμένα, σκόπιμα, επίτηδες
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict