慎ましい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μετριόφρων, συγκρατημένος, ήσυχος, ταπεινός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα λιτός, απλός, απέριττος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 慎ましい
- Παρόν (ευγενικό)
- 慎ましいです
- Άρνηση (απλή)
- 慎ましくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 慎ましくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 慎ましかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 慎ましかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 慎ましくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 慎ましくなかったです
- Τε-μορφή
- 慎ましくて
- Υποθετική (ば)
- 慎ましければ
- Υποθετική (たら)
- 慎ましかったら