慙愧
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ντροπή, τύψεις, μεταμέλεια, ταπείνωση
- 02 ντροπή που αισθάνεται κανείς απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 慙愧する
- Παρόν (ευγενικό)
- 慙愧します
- Άρνηση (απλή)
- 慙愧しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 慙愧しません
- Παρελθόν (απλό)
- 慙愧した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 慙愧しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 慙愧しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 慙愧しませんでした
- Τε-μορφή
- 慙愧して
- Δυνητική
- 慙愧できる
- Προστακτική
- 慙愧しろ
- Βουλητική
- 慙愧しよう
- Υποθετική (ば)
- 慙愧すれば
- Υποθετική (たら)
- 慙愧したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 慙愧したい
- Απαγορευτική (~な)
- 慙愧するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 慙愧しなさい
- Παθητική
- 慙愧される
- Αιτιατική
- 慙愧させる