ざん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντροπή, τύψεις, μεταμέλεια, ταπείνωση
  2. 02 ντροπή που αισθάνεται κανείς απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους

Κλίση

Παρόν (απλό)
慙愧する
Παρόν (ευγενικό)
慙愧します
Άρνηση (απλή)
慙愧しない
Άρνηση (ευγενική)
慙愧しません
Παρελθόν (απλό)
慙愧した
Παρελθόν (ευγενικό)
慙愧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慙愧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慙愧しませんでした
Τε-μορφή
慙愧して
Δυνητική
慙愧できる
Προστακτική
慙愧しろ
Βουλητική
慙愧しよう
Υποθετική (ば)
慙愧すれば