慚恚
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ντροπή και θυμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 慚恚する
- Παρόν (ευγενικό)
- 慚恚します
- Άρνηση (απλή)
- 慚恚しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 慚恚しません
- Παρελθόν (απλό)
- 慚恚した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 慚恚しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 慚恚しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 慚恚しませんでした
- Τε-μορφή
- 慚恚して
- Δυνητική
- 慚恚できる
- Προστακτική
- 慚恚しろ
- Βουλητική
- 慚恚しよう
- Υποθετική (ば)
- 慚恚すれば
- Υποθετική (たら)
- 慚恚したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 慚恚したい
- Απαγορευτική (~な)
- 慚恚するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 慚恚しなさい
- Παθητική
- 慚恚される
- Αιτιατική
- 慚恚させる