まんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
慢じる
Παρόν (ευγενικό)
慢じます
Άρνηση (απλή)
慢じない
Άρνηση (ευγενική)
慢じません
Παρελθόν (απλό)
慢じた
Παρελθόν (ευγενικό)
慢じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慢じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慢じませんでした
Τε-μορφή
慢じて
Δυνητική
慢じられる
Προστακτική
慢じろ
Βουλητική
慢じよう
Υποθετική (ば)
慢じれば