らす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 慣らす συνηθίζω, εκπαιδεύω (π.χ. το αυτί κάποιου)
  2. 02 ειδικά ως 馴らす εξημερώνω, τιθασεύω, εκπαιδεύω (ένα ζώο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
慣らす
Παρόν (ευγενικό)
慣らします
Άρνηση (απλή)
慣らさない
Άρνηση (ευγενική)
慣らしません
Παρελθόν (απλό)
慣らした
Παρελθόν (ευγενικό)
慣らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慣らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慣らしませんでした
Τε-μορφή
慣らして
Δυνητική
慣らせる
Προστακτική
慣らせ
Βουλητική
慣らそう
Υποθετική (ば)
慣らせば