慣なれる

ρήμα, άλλο | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 慣れる συνηθίζω, εγκλιματίζομαι, εξοικειώνομαι
  2. 02 ειδικά ως 慣れる αποκτώ δεξιότητα, αποκτώ εμπειρία
  3. 03 ειδικά ως 馴れる εξημερώνομαι
  4. 04 συνηθίζω να κάνω

Παραδείγματα

  • 日本にほんに慣なれました。

    Συνήθισα στην Ιαπωνία.

  • 新あたらしい仕事しごとに慣なれるまで、時間じかんがかかりました。

    Μου πήρε χρόνο μέχρι να συνηθίσω στη νέα δουλειά.

  • 引ひっ越こしてきてしばらく経たちましたが、まだこの土地とちの習慣しゅうかんには慣なれません。

    Αν και έχω μετακομίσει εδώ και αρκετό καιρό, ακόμα δεν έχω συνηθίσει πλήρως στα τοπικά έθιμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
慣れる
Παρόν (ευγενικό)
慣れます
Άρνηση (απλή)
慣れない
Άρνηση (ευγενική)
慣れません
Παρελθόν (απλό)
慣れた
Παρελθόν (ευγενικό)
慣れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慣れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慣れませんでした
Τε-μορφή
慣れて
Δυνητική
慣れられる
Προστακτική
慣れろ
Βουλητική
慣れよう
Υποθετική (ば)
慣れれば