したしむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειώνομαι και τρέφω στοργή, γνωρίζω καλά και αγαπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
慣れ親しむ
Παρόν (ευγενικό)
慣れ親しみます
Άρνηση (απλή)
慣れ親しまない
Άρνηση (ευγενική)
慣れ親しみません
Παρελθόν (απλό)
慣れ親しんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
慣れ親しみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慣れ親しまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慣れ親しみませんでした
Τε-μορφή
慣れ親しんで
Δυνητική
慣れ親しめる
Προστακτική
慣れ親しめ
Βουλητική
慣れ親しもう
Υποθετική (ば)
慣れ親しめば