慣習に従う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακολουθώ το έθιμο, συμμορφώνομαι (με συμβάσεις, παραδόσεις κ.λπ.), πειθαρχώ στους κανόνες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 慣習に従う
- Παρόν (ευγενικό)
- 慣習に従います
- Άρνηση (απλή)
- 慣習に従わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 慣習に従いません
- Παρελθόν (απλό)
- 慣習に従った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 慣習に従いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 慣習に従わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 慣習に従いませんでした
- Τε-μορφή
- 慣習に従って
- Δυνητική
- 慣習に従える
- Προστακτική
- 慣習に従え
- Βουλητική
- 慣習に従おう
- Υποθετική (ば)
- 慣習に従えば
- Υποθετική (たら)
- 慣習に従ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 慣習に従いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 慣習に従うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 慣習に従いなさい
- Παθητική
- 慣習に従われる
- Αιτιατική
- 慣習に従わせる