なぐさ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω παρηγοριά, έχω καλή διάθεση, νιώθω καλύτερα, ξεχνώ τις έγνοιες μου
  2. 02 παίζω με, διασκεδάζω εις βάρος κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
慰む
Παρόν (ευγενικό)
慰みます
Άρνηση (απλή)
慰まない
Άρνηση (ευγενική)
慰みません
Παρελθόν (απλό)
慰んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
慰みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慰まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慰みませんでした
Τε-μορφή
慰んで
Δυνητική
慰める
Προστακτική
慰め
Βουλητική
慰もう
Υποθετική (ば)
慰めば