慰なぐさめ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρηγοριά, ανακούφιση, διασκέδαση

Παραδείγματα

  • 慰なぐさめが必要ひつようです。

    Χρειάζομαι παρηγοριά.

  • 友達ともだちの言葉ことばが私わたしにとって大おおきな慰なぐさめになりました。

    Τα λόγια του φίλου μου ήταν μεγάλη ανακούφιση για μένα.

  • 悲かなしい時ときは、好すきな音楽おんがくを聞きくことが私わたしにとって唯一ゆいいつの慰なぐさめです。

    Όταν είμαι στενοχωρημένος, το να ακούω την αγαπημένη μου μουσική είναι η μόνη μου παρηγοριά.