慰なぐさめる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρηγορώ, διασκεδάζω

Παραδείγματα

  • 彼かれは悲かなしい友達ともだちを慰なぐさめました。

    Αυτός παρηγόρησε τον λυπημένο του φίλο.

  • 彼女かのじょが落おち込こんでいるとき、私わたしはいつもそばで慰なぐさめています。

    Όταν είναι στενοχωρημένη, είμαι πάντα δίπλα της και την παρηγορώ.

  • 多忙たぼうな日々ひびの中なかで、唯一ゆいいつの慰なぐさめは好すきな音楽おんがくを聴きくことだ。

    Μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα, η μόνη μου παρηγοριά είναι να ακούω την αγαπημένη μου μουσική.

Κλίση

Παρόν (απλό)
慰める
Παρόν (ευγενικό)
慰めます
Άρνηση (απλή)
慰めない
Άρνηση (ευγενική)
慰めません
Παρελθόν (απλό)
慰めた
Παρελθόν (ευγενικό)
慰めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慰めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慰めませんでした
Τε-μορφή
慰めて
Δυνητική
慰められる
Προστακτική
慰めろ
Βουλητική
慰めよう
Υποθετική (ば)
慰めれば