慰問
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσκεψη για παρηγοριά, προσφορά ανακούφισης (σε ασθενείς, τραυματίες, κ.λπ.), έκφραση συλλυπητηρίων (συμπάθεια, μέριμνα, κ.λπ.), επίσκεψη συμπαράστασης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 慰問する
- Παρόν (ευγενικό)
- 慰問します
- Άρνηση (απλή)
- 慰問しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 慰問しません
- Παρελθόν (απλό)
- 慰問した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 慰問しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 慰問しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 慰問しませんでした
- Τε-μορφή
- 慰問して
- Δυνητική
- 慰問できる
- Προστακτική
- 慰問しろ
- Βουλητική
- 慰問しよう
- Υποθετική (ば)
- 慰問すれば
- Υποθετική (たら)
- 慰問したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 慰問したい
- Απαγορευτική (~な)
- 慰問するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 慰問しなさい
- Παθητική
- 慰問される
- Αιτιατική
- 慰問させる