りゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσπάθεια πειθούς κάποιου για να παραμείνει στη θέση του, αποτροπή από παραίτηση ή αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
慰留する
Παρόν (ευγενικό)
慰留します
Άρνηση (απλή)
慰留しない
Άρνηση (ευγενική)
慰留しません
Παρελθόν (απλό)
慰留した
Παρελθόν (ευγενικό)
慰留しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
慰留しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
慰留しませんでした
Τε-μορφή
慰留して
Δυνητική
慰留できる
Προστακτική
慰留しろ
Βουλητική
慰留しよう
Υποθετική (ば)
慰留すれば