らし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτόνωση (από ανησυχίες, προβλήματα κ.λπ.), περισπασμός, διασκέδαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
憂さ晴らしする
Παρόν (ευγενικό)
憂さ晴らしします
Άρνηση (απλή)
憂さ晴らししない
Άρνηση (ευγενική)
憂さ晴らししません
Παρελθόν (απλό)
憂さ晴らしした
Παρελθόν (ευγενικό)
憂さ晴らししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
憂さ晴らししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
憂さ晴らししませんでした
Τε-μορφή
憂さ晴らしして
Δυνητική
憂さ晴らしできる
Προστακτική
憂さ晴らししろ
Βουλητική
憂さ晴らししよう
Υποθετική (ば)
憂さ晴らしすれば