憎からず思う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τρέφω τρυφερά αισθήματα για κάποιον, συμπαθώ, νοιάζομαι για κάποιον, τρέφω εκτίμηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 憎からず思う
- Παρόν (ευγενικό)
- 憎からず思います
- Άρνηση (απλή)
- 憎からず思わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 憎からず思いません
- Παρελθόν (απλό)
- 憎からず思った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 憎からず思いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 憎からず思わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 憎からず思いませんでした
- Τε-μορφή
- 憎からず思って
- Δυνητική
- 憎からず思える
- Προστακτική
- 憎からず思え
- Βουλητική
- 憎からず思おう
- Υποθετική (ば)
- 憎からず思えば
- Υποθετική (たら)
- 憎からず思ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 憎からず思いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 憎からず思うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 憎からず思いなさい
- Παθητική
- 憎からず思われる
- Αιτιατική
- 憎からず思わせる