憎しみ合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μισώ αλλήλους, αλληλομισούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 憎しみ合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 憎しみ合います
- Άρνηση (απλή)
- 憎しみ合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 憎しみ合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 憎しみ合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 憎しみ合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 憎しみ合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 憎しみ合いませんでした
- Τε-μορφή
- 憎しみ合って
- Δυνητική
- 憎しみ合える
- Προστακτική
- 憎しみ合え
- Βουλητική
- 憎しみ合おう
- Υποθετική (ば)
- 憎しみ合えば
- Υποθετική (たら)
- 憎しみ合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 憎しみ合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 憎しみ合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 憎しみ合いなさい
- Παθητική
- 憎しみ合われる
- Αιτιατική
- 憎しみ合わせる