はばか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διστάζω, έχω ενδοιασμούς, φοβάμαι τι μπορεί να σκεφτούν οι άλλοι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επιβάλλομαι, ασκώ μεγάλη επιρροή

Κλίση

Παρόν (απλό)
憚る
Παρόν (ευγενικό)
憚ります
Άρνηση (απλή)
憚らない
Άρνηση (ευγενική)
憚りません
Παρελθόν (απλό)
憚った
Παρελθόν (ευγενικό)
憚りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
憚らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
憚りませんでした
Τε-μορφή
憚って
Δυνητική
憚れる
Προστακτική
憚れ
Βουλητική
憚ろう
Υποθετική (ば)
憚れば