憤る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: いきどおる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γκρινιάζω (κυρίως για μικρό παιδί), είμαι ανήσυχος, είμαι κατσούφης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 憤る
- Παρόν (ευγενικό)
- 憤ります
- Άρνηση (απλή)
- 憤らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 憤りません
- Παρελθόν (απλό)
- 憤った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 憤りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 憤らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 憤りませんでした
- Τε-μορφή
- 憤って
- Δυνητική
- 憤れる
- Προστακτική
- 憤れ
- Βουλητική
- 憤ろう
- Υποθετική (ば)
- 憤れば
- Υποθετική (たら)
- 憤ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 憤りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 憤るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 憤りなさい
- Παθητική
- 憤られる
- Αιτιατική
- 憤らせる