ねんごろになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνάπτω ερωτική σχέση (π.χ. με γυναίκα), έρχομαι σε στενή γνωριμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
懇ろになる
Παρόν (ευγενικό)
懇ろになります
Άρνηση (απλή)
懇ろにならない
Άρνηση (ευγενική)
懇ろになりません
Παρελθόν (απλό)
懇ろになった
Παρελθόν (ευγενικό)
懇ろになりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懇ろにならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懇ろになりませんでした
Τε-μορφή
懇ろになって
Δυνητική
懇ろになれる
Προστακτική
懇ろになれ
Βουλητική
懇ろになろう
Υποθετική (ば)
懇ろになれば