懇ろになる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνάπτω ερωτική σχέση (π.χ. με γυναίκα), έρχομαι σε στενή γνωριμία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懇ろになる
- Παρόν (ευγενικό)
- 懇ろになります
- Άρνηση (απλή)
- 懇ろにならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懇ろになりません
- Παρελθόν (απλό)
- 懇ろになった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懇ろになりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懇ろにならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懇ろになりませんでした
- Τε-μορφή
- 懇ろになって
- Δυνητική
- 懇ろになれる
- Προστακτική
- 懇ろになれ
- Βουλητική
- 懇ろになろう
- Υποθετική (ば)
- 懇ろになれば
- Υποθετική (たら)
- 懇ろになったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 懇ろになりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 懇ろになるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 懇ろになりなさい
- Παθητική
- 懇ろになられる
- Αιτιατική
- 懇ろにならせる