懈怠
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τεμπελιά, νωθρότητα, αμέλεια (καθηκόντων)
- 02 ειδικά ως かいたい κακή εκτέλεση καθηκόντων, παράλειψη, αμέλεια, αδράνεια
- 03 ειδικά ως けだい καουσίντια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懈怠する
- Παρόν (ευγενικό)
- 懈怠します
- Άρνηση (απλή)
- 懈怠しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懈怠しません
- Παρελθόν (απλό)
- 懈怠した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懈怠しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懈怠しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懈怠しませんでした
- Τε-μορφή
- 懈怠して
- Δυνητική
- 懈怠できる
- Προστακτική
- 懈怠しろ
- Βουλητική
- 懈怠しよう
- Υποθετική (ば)
- 懈怠すれば
- Υποθετική (たら)
- 懈怠したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 懈怠したい
- Απαγορευτική (~な)
- 懈怠するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 懈怠しなさい
- Παθητική
- 懈怠される
- Αιτιατική
- 懈怠させる