懐ふところ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόρφος, στήθος (μέσα στα ρούχα, ειδικά στο κιμονό), εσωτερική τσέπη
  2. 02 χώρος ανάμεσα στο στήθος και τα απλωμένα χέρια, εμβέλεια
  3. 03 καρδιά (π.χ. βουνού), κόρφος (π.χ. της φύσης), βάθη, εσωτερικό μέρος
  4. 04 νους, καρδιά, ενδόμυχες σκέψεις
  5. 05 χρήματα (που φέρει κανείς), πορτοφόλι

Παραδείγματα

  • 懐ふところが寒さむいです。

    Δεν έχω λεφτά.

  • 彼かれは懐ふところの深ふかい人ひとだと思おもいました。

    Νόμιζα ότι ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη καρδιά.

  • 幼おさない頃ころから見慣みなれた山並やまなみが、まるで故郷こきょうの懐ふところのように私わたしを優やさしく包つつみ込こんでくれた。

    Οι γνώριμες οροσειρές που έβλεπα από παιδί, με τύλιξαν απαλά σαν να ήταν η αγκαλιά της πατρίδας μου.