懐が寂しい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 στερημένος οικονομικά, οικονομικά πιεσμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懐が寂しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 懐が寂しいです
- Άρνηση (απλή)
- 懐が寂しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懐が寂しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 懐が寂しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懐が寂しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懐が寂しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懐が寂しくなかったです
- Τε-μορφή
- 懐が寂しくて
- Υποθετική (ば)
- 懐が寂しければ
- Υποθετική (たら)
- 懐が寂しかったら