懐が深い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανοιχτόμυαλος, μεγαλόψυχος
- 02 ψηλός και με μεγάλο άνοιγμα χεριών (για παλαιστή σούμο), γεγονός που καθιστά δυσκολότερο για τον αντίπαλο να πιάσει το μαβάσι του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懐が深い
- Παρόν (ευγενικό)
- 懐が深いです
- Άρνηση (απλή)
- 懐が深くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懐が深くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 懐が深かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懐が深かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懐が深くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懐が深くなかったです
- Τε-μορφή
- 懐が深くて
- Υποθετική (ば)
- 懐が深ければ
- Υποθετική (たら)
- 懐が深かったら