懐なつく

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσδένομαι, συμπαθώ, εκδηλώνω τρυφερότητα, εξημερώνομαι, πλησιάζω συναισθηματικά κάποιον, γίνομαι οικείος με κάποιον

Παραδείγματα

  • 子犬こいぬは私わたしに懐なつきました。

    Το κουτάβι μου έδειξε στοργή.

  • 野良猫のらねこが毎日まいにちごはんをあげるうちに、徐々じょじょに懐なついてきました。

    Η αδέσποτη γάτα σιγά σιγά εξοικειώθηκε μαζί μου καθώς της έδινα φαγητό κάθε μέρα.

  • 新あたらしい先生せんせいは子供こどもたちの心こころを掴つかむのがとても上手じょうずで、あっという間まに生徒せいとたちに懐なつかれました。

    Ο νέος δάσκαλος ήταν πολύ καλός στο να κερδίζει τις καρδιές των παιδιών, και οι μαθητές τον συμπάθησαν αμέσως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐く
Παρόν (ευγενικό)
懐きます
Άρνηση (απλή)
懐かない
Άρνηση (ευγενική)
懐きません
Παρελθόν (απλό)
懐いた
Παρελθόν (ευγενικό)
懐きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐きませんでした
Τε-μορφή
懐いて
Δυνητική
懐ける
Προστακτική
懐け
Βουλητική
懐こう
Υποθετική (ば)
懐けば