なつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω κάποιον, κερδίζω την καρδιά κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐ける
Παρόν (ευγενικό)
懐けます
Άρνηση (απλή)
懐けない
Άρνηση (ευγενική)
懐けません
Παρελθόν (απλό)
懐けた
Παρελθόν (ευγενικό)
懐けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐けませんでした
Τε-μορφή
懐けて
Δυνητική
懐けられる
Προστακτική
懐けろ
Βουλητική
懐けよう
Υποθετική (ば)
懐ければ