ふところにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω στην τσέπη μου, κατέχω
  2. 02 παίρνω, κουβαλώ μαζί μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐にする
Παρόν (ευγενικό)
懐にします
Άρνηση (απλή)
懐にしない
Άρνηση (ευγενική)
懐にしません
Παρελθόν (απλό)
懐にした
Παρελθόν (ευγενικό)
懐にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐にしませんでした
Τε-μορφή
懐にして
Δυνητική
懐にできる
Προστακτική
懐にしろ
Βουλητική
懐にしよう
Υποθετική (ば)
懐にすれば