懐にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έχω στην τσέπη μου, κατέχω
- 02 παίρνω, κουβαλώ μαζί μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懐にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 懐にします
- Άρνηση (απλή)
- 懐にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懐にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 懐にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懐にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懐にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懐にしませんでした
- Τε-μορφή
- 懐にして
- Δυνητική
- 懐にできる
- Προστακτική
- 懐にしろ
- Βουλητική
- 懐にしよう
- Υποθετική (ば)
- 懐にすれば
- Υποθετική (たら)
- 懐にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 懐にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 懐にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 懐にしなさい
- Παθητική
- 懐にされる
- Αιτιατική
- 懐にさせる