ふところはい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπεξαιρώ χρήματα, βάζω χέρι στο πορτοφόλι κάποιου
  2. 02 κολακεύω, γλείφομαι, κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου
  3. 03 πλησιάζω πολύ κοντά τον αντίπαλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐に入る
Παρόν (ευγενικό)
懐に入ります
Άρνηση (απλή)
懐に入らない
Άρνηση (ευγενική)
懐に入りません
Παρελθόν (απλό)
懐に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
懐に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐に入りませんでした
Τε-μορφή
懐に入って
Δυνητική
懐に入れる
Προστακτική
懐に入れ
Βουλητική
懐に入ろう
Υποθετική (ば)
懐に入れば