ふところふか

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγαλοψυχος, ανεκτικος, ανοιχτομυαλος

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐の深い
Παρόν (ευγενικό)
懐の深いです
Άρνηση (απλή)
懐の深くない
Άρνηση (ευγενική)
懐の深くないです
Παρελθόν (απλό)
懐の深かった
Παρελθόν (ευγενικό)
懐の深かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐の深くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐の深くなかったです
Τε-μορφή
懐の深くて
Υποθετική (ば)
懐の深ければ